Η ιστορία της Ποτίδαιας

Η Ποτίδαια ιδρύθηκε γύρω στα 600 π.Χ. από Κορίνθιους αποίκους. Στους Περσικούς πολέμους έπαιξε σημαντικό ρόλο, ενώ η αποστασία της το 432-31 π.Χ. από την Α' Αθηναϊκή Συμμαχία αποτέλεσε μία από τις αφορμές του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες καταλήψεις από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες και η τελική ερήμωσή της το 356 π.Χ. από το Φίλιππο Β'. Το 316-15 π.Χ. ο Κάσσανδρος ιδρύει στην ίδια θέση μια νέα πόλη, την Κασσάνδρεια, που ανθεί σε όλη την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.


Από ένα πλήθος σωστικών ανασκαφών αποκαλύφθηκαν αρχαϊκά στρώματα με αξιόλογη κεραμική και οικοδομικά λείψανα καθώς και κλασικής εποχής τάφοι Αθηναίων κληρούχων. Από την ελληνιστική και ρωμαϊκή Κασσάνδρεια σώζονται τμήματα της οχύρωσης, του οικοδομικού ιστού και των νεκροταφείων, με σημαντικότερο πρόσφατο εύρημα έναν μονοθάλαμο μακεδονικό τάφο. 

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΤΙΔΑΙΑΣ

photo by IVAN SALONIK

Ο μικρός Mακεδονικός Tάφος της Ποτίδαιας βρίσκεται περίπου 4 χιλ. νότια του ομώνυμου οικισμού της Χαλκιδικής. Χρονολογείται γύρω στο 300 π.Χ. και είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το περιεχόμενό του, καθώς μας προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την αρχαία ελληνική ζωγραφική.
Η πρόσοψή του, ύψους 4,25 μ. και πλάτους 3,80 μ., είναι απλή, δωρικού ρυθμού, με δύο παραστάδες στα άκρα και αέτωμα στην κορυφή. Τρεις ογκόλιθοι έφραζαν την είσοδο εξωτερικά, ενώ εσωτερικά υπήρχε δίφυλλη πώρινη πόρτα. Ο τάφος είναι μονοθάλαμος, στεγασμένος με ημικυλινδρική κάμαρα και οι εσωτερικές του διαστάσεις είναι 2,75 x 3 x 3,30 μ. Είναι κτισμένος με πωρόλιθους κατά το ισοδομικό σύστημα και όλες οι εσωτερικές του επιφάνειες, όπως και η πρόσοψη, ήταν επιχρισμένες με λευκό κονίαμα. Το δάπεδό του είναι στρωμένο με πώρινες πλάκες, ενώ στη γένεση της καμάρας υπάρχει μια έγχρωμη ζωγραφιστή ταινία, διακοσμημένη με βλαστούς, φύλλα και καρπούς αμπελιού και κισσού. Αν και ο τάφος είχε συληθεί πρόσφατα, στο εσωτερικό του βρέθηκαν ένα χάλκινο επίχρυσο στεφάνι, δύο αλάβαστρα, ένα πήλινο ειδώλιο και αγγεία. Το σημαντικότερο, όμως, εύρημα ήταν δύο ζωγραφισμένες μαρμάρινες κλίνες, που σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ήταν τοποθετημένες σε ορθή μεταξύ τους γωνία μέσα στο μνημείο, και επάνω τους βρέθηκαν τα οστά δύο νεκρών. Στα πόδια των κρεβατιών αποδίδονται με έντονο κόκκινο χρώμα έλικες, ανθέμια και άλλα φυτικά μοτίβα, ενώ η κύρια διακόσμηση της πρόσοψής τους διατάσσεται σε τρεις παράλληλες ζώνες: στην πρώτη από πάνω ζώνη (πλάτους 14 εκ.) εικονίζονται με πολυχρωμία ημίγυμνες και μισοξαπλωμένες γυναικείες και ανδρικές μορφές στη σειρά. Η σύνθεση εννοείται μέσα σε υπαίθριο ιερό τέμενος, που δηλώνεται με βωμούς, κρήνες, ένα δενδρύλλιο και ένα άγαλμα της θεάς Άρτεμης. Όλες οι μορφές είναι διονυσιακές και διακρίνονται, εκτός από τον Βάκχο, η θεά Αφροδίτη (που μπορεί να είναι και η Αριάδνη), ένας γέρος Σιληνός, Μαινάδες και ένας φτερωτός Έρωτας. Στη μεσαία και πλατύτερη ζώνη εικονίζονται πέντε όμοια μεταξύ τους ζεύγη μυθικών γρυπών στη σειρά, που αποδίδονται στο γνωστό μοτίβο του κατασπαραγμού ελαφιών. Εντύπωση προκαλεί η διαφορετική τεχνοτροπική απόδοση αυτής της ζώνης, που επιχειρεί με τη χρήση πολλών και έντονων χρωμάτων να μιμηθεί ανάγλυφα έργα της εποχής. Στη χαμηλότερη ζώνη της τραβέρσας των κρεβατιών αποδίδονται, μόνο με περίγραμμα, αντικριστά ζεύγη ζώων (λιοντάρια, ταύροι, πάνθηρες κ.λ.π.), δίπλα σε φυτικά κοσμήματα και μεγάλους μεταλλικούς κρατήρες. Ο ζωγράφος του τάφου της Ποτίδαιας ήταν αναμφίβολα μεγάλος καλλιτέχνης, που δούλευε με την ίδια άνεση και ταχύτητα τόσο τα περιγράμματα των μορφών, όσο και τα χρώματα με τις διαβαθμίσεις τους. Πολύ σημαντικό, ακόμη, είναι ότι γνώριζε καλά την τέχνη της προοπτικής, των συνιζήσεων και των φωτοσκιάσεων.
Ο μακεδονικός τάφος της Ποτίδαιας αποκαλύφθηκε τον Ιούνιο του 1984.

Συντάκτης
Κ. Σισμανίδης, αρχαιολόγος 

Φωτογραφίες από το © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
© ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων